Category Archives: Stories

Σεμεδάκια Στόρις

TV & lacey

Από την Διονυσία Αγγελική Λύρα

Σοφία:Και που λες Πιπίτσα μου ήρθε προχτές η εγγονή μου, η Αμαλίτσα μου, το καλό μου το κορίτσι, από την Αγγλία μαζί με τον αγαπημένο της και μέν….

Αμαλία:Γιαγιά δεν είναι ο αγαπημένος μου ο Χάρυ, φίλος μου είναι….τι λες στην Πιπίτσα;

Σοφία:Ξέρω πολύ καλά τι λέω. Τι διαφορά έχει ο φίλος απο τον αγαπημένο δηλαδή;

(Η Πιπίτσα από το βάθος του τηλεφώνου ακουγόταν η φωνή της τρεμάμενη αλλά πάντα με το τσαχπίνικο ύφος και γέλιο της.)

Πιπίτσα:Ναιιι, φίλο τον λέμε τώρα…..πες της. Χαχαχαχαχα….Και τι κάνει η Αμαλίτσα στην Αγγλία; Σπουδάζει;

Σοφία:Αμάν βρε Πιπίτσα. Πόσες φορές θα στο πω; Αλτσχάιμερ έχεις πάθει; Σπουδάζει οικονομικά το κορίτσι μου…κάνει το μεταπτυχιακό του. Και στη σχολή εκεί γνώρισε το Χάρυ, το φίλο της όπως λέει. Στην αρχή, όταν μου είπε το όνομα, λέω, πέσαμε στη βασιλική οικογένεια!!! Η Αμαλίτσα μου έκανε την τύχη της!!! Να δω επιτέλους τον Κάρολο, να τον φίλήσω, που τον έχω σε μεγάλη εκτίμηση μετά τον Κωνσταντίνο μας. Αλλά τελικά που τέτοια τύχη…μόνο η Μέγκα είχε άστρο βασιλικό.

Πιπίτσα: Ποιόν Κωνσταντίνο, Σοφία μου; Τον Παλαιολόγο; Τι έχει στο Μέγκα σήμερα; Τον Άσπρο βασιλικό; Ταινία είναι; Ποιός παίζει;

Σοφία: Αααααα Πιπίτσα μου!!!!!!! Μην με στενοχωρείς!! Μην με στενοχωρείς!! Ένας είναι ο Κωνσταντίνος μας και μία η Άννα Μαρία μας. Πιπίτσα μου, να πας να δεις τα αυτιά σου. Δεν ακούς κιόλας. Όχι το Μέγκα καλέ. Η Μέγκα. Η νύφη του Καρόλου και της Καμήλας.

Αμαλία:Μέγκαννννν βρε γιαγιά…..Μέγκανννννννν….με νι στο τέλος με νι…όπως λέμε Νίκος… όπ…

Σοφία: όπως λέμε νιονιό, πουλάκι μου, νιονιό… (είπε με στόμφο η γιαγιά στην εγγονή)

Αμαλία:Γιαγιά, υπονοείς κάτι;

Σοφία:Δεν υπονοώ κάτι πουλάκι μου. Τι να υπονοήσω; Που λές Πιπίτσα μου, η Αμαλίτσα μου δεν μένει στο σπίτι.

Πιπίτσα:Και πού μένει το παιδί;

Σοφία: Μας ανακοίνωσε ότι θα μείνει σε άλλο σπίτι, το λέει εαρμπαμπ, για να είμαστε, λέει, πιο άνετα…. και έμεινα κάγκελο Πιπίτσα μου. Άκου να έρθει με τον αγαπημένο της και να μείνουν αλλού. Να μη γευτεί ο Χάρυς την ελληνική φιλοξενία, τα φαγητά μας, Πιπίτσα μου. Να γευτεί τα σουτζουκάκια μου, Πιπίτσα μου και τον μουσακά μου. Αμαλία γιατί γελάς;

Πιπίτσα:Κεμπάάάάμπ;;;; Κεμπάμπ θα φτιάξεις σήμερα; Σοφία μου, όρεξη έχεις βλέπω. Εγώ λέω να φτιάξω γεμιστά.

Σοφία:Εαρμπαμπ, Πιπίτσα μου. Εαρμπαμπ. Αμάν πια. Θα σου συστήσω έναν ωριλά να πας αύριο κιόλας πρωί πρωί. Αμαλία γιατί γελάς;

Αμαλία: Εαρμπιενμπι βρε γιαγιά…εαρμπιενμπι…!!!!! Τι λες στην Πιπίτσα τώρα; Χαχαχαχαχαχαχαχα…

Σοφία: Πιπίτσα μου, η Αμαλία μας περιγελά αδιαλείπτως. Πρέπει να σε εκσυγχρονίσω Πιπίτσα μου. Πρέπει να σε μάθω τους νέους όρους για να μιλάς και εσύ με τα εγγόνια σου. Πώς θα γίνει δηλαδή;

Πιπίτσα: Ναι ναι ναι Σοφία μου. Να με μάθεις. Θέλω φροντιστήριο. Μιλάνε ώρες-ώρες τα σκασμένα και δεν μπορώ να καταλάβω τι λένε. Άσε που με έχουνε ζαλίσει με το φαμπού συνέχεια….φαμπού και φαμπού…κολλάνε την μούρη τους σε αυτά τα τηλέφωνα του διαβόλου και ούτε ξέρω τι κάνουνε. Αχ εμείς Σοφία μου είχαμε άλλες ανησυχίες στην ηλικία τους.

(Η Αμαλία έχει εντωμεταξύ σωριαστεί στο πάτωμα και έχει δακρύσει από τα γέλια με το διάλογο της γιαγιάς της με τη φίλη της.)

Σοφία:Ναι Πιπίτσα μου ναι. Άλλες εποχές οι δικιές μας!!! Πρέπει να μάθουμε νέα γλώσσα Πιπίτσα μου, νέα γλώσσα… να μιλάμε με τις σουρτούκες μας.

Πιπίτσα: Σοφία μου πρέπει να σε αφήσω. Έχω μαγείρεμα όπως σου είπα. Περιμένω και τον Γιώργο να έρθει με τις εγγονές μου. Σας φιλώ και αν έχω χρόνο θα περάσω το απόγευμα να σας δω.

Σοφία:Να περάσεις, Πιπίτσα μου, να περάσεις. Θα πω και στην Αμαλία να είναι εδώ να τη δεις. Αλλάάά…. μπορεί και να μην είναι. Θα τη δεις άλλη φορά, αν είναι. Καλημέρα, Πιπίτσα μου, καλό μαγείρεμα, σε φιλώ. (Όταν κλείνει το τηλέφωνο η Σοφία μιλάει θυμωμένα -και καλά- στην Αμαλία.)

Σοφία:Γιατί μου γνέφεις με νόημα Αμαλία; Δε θες να δεις τη φίλη μου που όλο με ρωτάει για σένα; Που σου έφερνε πάντα σοκολάτα αμυγδάλου όταν ήσουν μικρή γιατί μόνο αυτή σου άρεσε; Δεν σου χάλαγε κανένα χατίρι η Πιπίτσα μου!! Κανένα!!!!

Αμαλία: Γιαγιά, το ξέχασες; Χελόου!!!! Χελόου!!! Έχουμε να πάμε στα γενέθλια της Δήμητρας σήμερα το απόγευμα.

Σοφία: Τι χαλόου και χαλόου μαρή σουρτούκω; Ωχ, το ξέχασα τελείως. Κάτσε να της στείλω μήνυμα στο βαμπίρ για «Χρόνια πολλά».

(η Αμαλία καταλαβαίνοντας τι εννοούσε η γιαγιά της, σωριάστηκε για άλλη μια φορά στο πάτωμα από τα γέλια. Δάκρυα έπεφταν από τα μάτια της…)

Αμαλία: Δεν μπορώ άλλο…χαχαχαχαχαχα….δεν μπορώ άλλο με σας…μία η Πιπίτσα μία εσύ!!! Πονάνε οι κοιλιακοί μου από το γέλιο…. χαχαχαχαχαχαχα!!! Βάιμπερ βρε γιαγιά, βάιμπερ.

Σοφία: Βαμπίρ, βαμπίρ….ξέρω τι λέω εγώ. Αυτά τα εργαλεία του σατανά, που λέει και η Πιπίτσα, σας ρουφούν το αίμα. (Ξαφνικά ηλεκτρικό ρεύμα χτύπησε τη γιαγιά Σοφία) Ωχ αμάν. Πήγε 9 η ώρα. Αχ να προλάβω να δω το παληκάρι μου. Τον Αυτιά μου. Με τις πολυλογίες της Πιπίτσας και τις δικιές σου, δεν πρόλαβα να δω το αγόρι μου, που τα εξηγεί τόσο αναλυτικά και τον καταλαβαίνουμε εμείς οι … νεώτεροι (με όλο νόημα και έμφαση τόνισε η Σοφία τη τελευταία λέξη).

Αμαλία: Ναι γιαγιά μου ναι. Μόλις βγάζεις δοντάκια. Άντε πήγαινε να δεις τον Αυτιά σου και μετά θα σου κάνω και κρεμούλα για να φας. Κουπεπε, κουπεπε…..άχουτη η μικρή μου Άναμπελ!!!! Χαχαχαχαχαχα

(Η Σοφία μουρμούριζε από μέσα της, ακούγοντας τα σχόλια της εγγονής της….και ανοίγοντας την τηλεόραση με λαχτάρα, ακούει την Αμαλία να λέει…)

Αμαλία: Σοφία – Άναμπελ, σήκωσε το σεμεδάκι από την οθόνη να σε βλέπει ο Αυτιάς καλύτερα ντε… του μπλοκάρεις τη θέα….χαχαχαχαχαχαχαχα!!!!!!!

Σαν Ερωτευμένοι Πιγκουίνοι…​

Screen Shot 2018-09-07 at 00.54.48

Από τη Διονυσία Αγγελική Λύρα

– Πλάτσα, πλάτσα, πλούτσα με έχεις κάνει λούτσα, πλούτσα, πλούτσα πλάτσα έπαθααααααχχχχ…..καλέ γιατί μου τραβάς τη φτερούγα;
– Χαμογέλα!!! Παρουσιάστηκε η τρελή ευκαιρία να γίνουμε διάσημοι. Μας φωτογραφίζουν από απέναντι!!! Πιάσε τη φτερούγα μου και προχώρα ανέμελα σαν να είμαστε ερωτευμένοι.
– Τι λες βρε Penguin Μήτσο; Είσαι σοβαρός; Επειδή εσύ θέλεις να γίνεις διάσημος θα πρέπει εγώ να έχω το βλέμμα του ερωτευμένου ροφού; Και αν δημοσιευτούν οι φωτό στο Penguin lifestyle εγώ τι θα απογίνω; Πώς θα απολογηθώ στην Penguin Φλώρα;
– Όταν θα γίνεις διάσημος Penguin Αλέκο και θα ταξιδεύεις από δω και από κει με την Penguin Φλώρα, θα έρχεσαι να με ευχαριστείς. Εξάλλου το ίδιο θα εξηγήσω και εγώ στην Penguin Πόπη. Δώσε μου ένα φιλί τώρα για να γράψει στην κάμερα.
– Καλέ είσαι σοβαρός; Θα μας περάσουν για …τέτοιους… πώς το λένε οι άνθρωποι να δεις…που…που…που….
– Πουρέδες τους λένε οι άνθρωποι. Άκουσα μια φορά έναν να φωνάζει με νεύρα κάποιον άλλον «άντε βρε πουρέ…τζιτζιφιόγκε». Αλλά μην σε νοιάζει…έτσι όπως είμαστε πλάτη δεν καταλαβαίνουν το φύλο μας. Δώσε μου τώρα ένα φιλί. Θα γίνουμε παγκόσμιου φήμης πιγκουίνοι. Θα δοξαστούμε σου λέω. Μας περιμένουν οι λιμουζίνες, τα κόκκινα χάλια…
– Βασικά οι κόκκινες ντομάτες μας περιμένουνε ρε πιγκουινομαλάκα…ηρέμησε λέμε. Τι αμόκ είναι αυτό;
– Αααα αργείς λέμε…..τσίμπα το φιλάκι τώρα. Σματς…σμουτς…
-Βρε πιγκουινομαλάκα Μήτσο τι σου είπα ωρε; Τι θα απογίνω τώρα εγώ βρε; Πώς θα αντικρίσω την Penguin Φλώρα; Βρε πιγκουινομαλάκα τι έφαγες; Σκόρδο; Φτουυυυ…
– Έφαγα βακαλάο σκορδαλιά ναι. Penguin Αλέκο πήρες την πρώτη γεύση δημοσιότητας σήμερα. Πάμε να το γιορτάσουμε τώρα στο Penguins loft bar στο Παγετωνάκι. Αύριο μας περιμένουν μεγαλεία. Ετοιμάσου για μεγάλες δόξες φίλε μου.
-Βασικά ετοιμάσου για μεγάλες βόλτες…στην Ανταρκτική θα μας στείλουν με τις φαεινές ιδέες σου. Χοντροπιγκουινομαλάκα…Κάτσε να δω αν έχω roaming με το Penguin i-Phone τουλάχιστον εκεί που θα πάμε πιγκουινοκοκοβιέ…εεε πιγκουινοκοκοβιέ.

 

 

 

«Eίμαι η Θαύρα που Μεγαλώνει…»

35991302_10213405625990044_6190339043784392704_n

Από την Διονυσία Αγγελική Λύρα

–       Αγόρια, ελάτε να φάμε. Το φαγητό είναι έτοιμο, είπε η Χριστίνα.

 Κανένας από τους ενδιαφερόμενους δεν απάντησε. Ο μοναδικός που της απάντησε ήταν ο εκφωνητής στην τηλεόραση και όχι στην ερώτησή της προφανώς. Απλά περιέγραφε τον ποδοσφαιρικό αγώνα ο οποίος φαινόταν ότι ήταν και σε κομβικό σημείο.

 –       Ε όχιιιιιιιιιι…Κόκκινη κάρτα!!!!! Κόκκινη κάρτααααααα!!!!!! Ε μα όχιιιιιι!!!! Τι χτύπημα ήταν αυτό για την ομάδα της Ισπανίας στο τελευταίο 5λεπτο του αγώνα……ωωωωωωωω!!!!!!

 –       Και εγώώώώώ…….κάνωωωω υπομονήήή μέχρι να τελειώσει αυτό το Μουντιάλ τελοσπάντων, είπε η Χριστίνα φωναχτά. Και καλά, ο μεγάλος μας αγνοεί λόγω ποδοσφαιρικών θεαμάτων … ο μικρός που είναι; Δεν πεινάει σήμερα; Μάριε, που είσαι βρε παιδί μου; Δεν πεινάς;

Αφού και πάλι κανένας τους δεν απάντησε, αποφάσισε να λάβει μέτρα και να δει τι στο λύκο γίνεται, μιας και η σχετική σιωπή στο χώρο ήταν ιδιαίτερα ανησυχητική.

Πηγαίνοντας προς το σαλόνι να δει τον Δημήτρη που είχε στρογγυλοκαθίσει στην πολυθρόνα και έβλεπε τον αγώνα με τόση μεγάλη αφοσίωση, πήρε το μάτι της το φως του μπάνιου να είναι ανοιχτό και περιέργους συρτούς ήχους να βγαίνουν από κει μέσα. Πλησιάζοντας την πόρτα και ανοίγοντάς την είδε το ΜΕΓΑΛΟ ΘΕΑΜΑ. Γούρλωσε τα μάτια της έκπληκτη σαν να έβλεπε κάτι τρομερό σε τέτοιο βαθμό που είχε αδρανοποιήσει και την ίδια. Μην μπορώντας να αντιληφθεί το θέαμα και παράλληλα κουρασμένη από τις δουλειές της ημέρας, βρίσκει και κάθεται σε μια άκρη της μπανιέρας να αποδομήσει την εικόνα που είχε μπροστά της.    

Ο Μάριος είχε πασαλειφτεί ολόκληρος με χρώματα καφέ και πράσινα ανακατεμένα και όσο πήγαινε από τα πόδια προς το κεφάλι γινόταν όλο και περισσότερο πράσινος…σαν κάμπια. Με τα μάτια της καρφωμένα πάνω του και κοιτάζοντάς τον με περισσότερη λεπτομέρεια, πρόσεξε ότι είχε κολλήσει με κολλητική ταινία μικρά κομμάτια με κάτι που φαινόταν σαν λαδόχαρτο από την μέση και κάτω σαν να εξείχαν λέπια. Ο Μάριος από την μία καμάρωνε για την άψογη μεταμόρφωσή του μπροστά από τον καθρέφτη, από την άλλη, όμως , συνειδητοποίησε ότι τα είχε κάνει όλα λίμπα στο μπάνιο και αυτό που θα ακολουθούσε δεν θα του άρεσε. Η Χριστίνα αφού περιεργάστηκε τον γιο της για 2 λεπτά περίπου του λέει με έντονο ύφος επίπληξης:

 –       Μάριε, μπορείς σε παρακαλώ να μου δώσεις εξηγήσεις τι είναι αυτό που βλέπω; Μήπως έχουμε Απόκριες και δεν το έχω καταλάβει;

–       Μαμά ναι. Να θου πω αμέθωθ. Είμαι Θαύρα…..

–       Τι είσαιιιιιιιι; Και η Χριστίνα άρχισε να γελάει νευρικά, αφού μόλις συνειδητοποίησε ότι ο Μάριος είχε πάει πρόσφατα στον οδοντίατρο και του είχε βγάλει τα δύο μπροστινά δόντια με αποτέλεσμα το σίγμα να το προφέρει θήτα με πολύ αστείο τρόπο που πραγματικά δεν μπορούσε να κρατηθεί και έβαζε τα γέλια.

Ο Μάριος βλέποντας ότι η μητέρα του άρχισε να γελάει πήρε θάρρος και συνέχισε.

 –       Ναι μαμά. Είμαι θαύρα, μεγαλώνω και αλλάδω δέρμα.

–       Χαχαχαχαχαχαχα… Τι είσαιιιιιι; Δημήτρη που είσαιιιιι;;; Χάνεις το μεγαλύτερο θέαμα μακράν. (η Χριστίνα σιγά σιγά παραδινόταν στον διάλογο και απολάμβανε τις στιγμές γέλιου που απλόχερα τις χάριζε ο μικρός της. Ούτως ή άλλως το κακό είχε γίνει. Το μπάνιο είχε παντού χρώματα.)

–       Θυμάθαι την προηγούμενη Κυριακή που είχαμε πάει στο δωολογικό κήπο με τον μπαμπά, τη θεία Ελπινίκη και τα παιδιά;

–       Ε ναι το θυμάμαι. Και;

–       Θυμάθαι που επιθκεφτήκαμε την έκθεθη ερπετών μετά από τα λιοντάρια, τιθ καμηλοπαρδάλειθ και τιθ δέμπρεθ; Ε εκεί μαδί με τα φιδάκια δεν ήταν και μια πράθινη μεγάλη θαύρα που άλλαδε δέρμα; Εθύ μου το είπεθ αυτό. Δεν το θυμάθαι;

–       Ναιιιι……βεβαίως το θυμάμαιιιιι. Ε ……..καιιιιιι;;;;;;;;;;; (η Χριστίνα πια είχε αφεθεί στην αφήγηση του μικρού και μόνο στην ιδέα αυτού που θα άκουγε στη συνέχεια είχε στην κυριολεξία λιώσει απο τα γέλια, περιμένοντας να απογειωθεί η καρναβαλική ατμόσφαιρα)

–       Εγώ είμαι αυτή η θαύρα….αυτή η θαύρα που αλλάδει δέρμα εννοώ. Είμαι μια μικρή θαύρα που από καφέ γίνεται πράθινη γιατί ήρθε η ώρα μου ν’αλλάκθω, γιατί νιώθω ότι μεγαλώνω.

Αυτό ήταν το τελειωτικό χτύπημα για την μαμά Χριστίνα. Σωριάστηκε στο πάτωμα από τα γέλια μην μπορώντας να αφομοιώσει καλά καλά αυτά που έβλεπε και άκουγε από τον ζωηρό μπομπιράκο της. Εκείνη τη στιγμή ακούγονται βήματα και φωνές στον διάδρομο και ως από μηχανής θεός μπαίνει στο μπάνιο και ο Δημήτρης.

–       Χριστίνα γιατί γελάς; Έχεις ξεσηκώσει το σπίτι από τα γέλια. Μα τι στο καλό γίνεται εδώ πέρααααααααααχχχχ τι χαμός είναι αυτόόόόόός…..; Ααααααα….Μάριεεεεεεεεεεε!!!!!!

Η ματιά του Δημήτρη, αφού πρώτα περιεργάστηκε τον βομβαρδισμένο χώρο γεμάτο από πράσινες και καφέ μπογιές, αυτοκόλλητες ταινίες και κάτι άλλο που  δεν μπορούσε να προσδιορίσει, προσγειώθηκε στον Μάριο και την ευφάντασταση μεταμόρφωσή του. Προφανώς δεν είχε και εκείνος άλλη επιλογή και παρασυρμένος από την εύθυμη ατμόσφαιρα και προπαντώς από το υπέρλαμπρο θέαμα, ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Ο μόνος που είχε μείνει στήλη άλατος να τους κοιτάει δεν ήταν άλλος από τον φίλο μας τον Μάριο, ο οποίος είχε μπει καθολοκληρίαν στο ρόλο της Θαύρας αν και …… όρθιος.

–       Μα γιατί γελάτεεεεε;;;;;; τους κοίταγε ο Μάριος γεμάτος με απορία γουρλώνοντας τα μάτια του. Εγώ είμαι μια μικρή θαύρα…..η θαύρα που αλλάδει δέρμα. Οταν ήμαθταν θτον δωολογικό κήπο, ρώτηθα τον μπαμπά πως νιώθει η θαύρα που αλλάδε το δέρμα της. Και ο μπαμπάθ μου είπε πωθ η θαύρα νιώθει όπωθ νιώθω εγώ όταν αλλάδω θλιπ και φανέλα μετά το μπάνιο μου πριν πάω για ύπνο. Όταν αλλάδω τον Θπάιντερμαν αθ πούμε και βάδω τον Θούπερμαν. Εγώ όμωθ να πω την αλήθεια δε νιώθω διαφορά με την αλλαγή….

–       Και έπρεπε να το κάνεις αναπαράσταση;;; Του λέει συνεχίζοντας να γελάει ο πατέρας του.

–       Ναιιιιιι….θαθ πειράδει;;;; Μα δεν καταλαβαίνετε πια!!!! Νιώθω ότι μεγαλώνω. Εγώ είμαι η θαύρα που μεγαλώνει και πρέπει να αλλάκθει…..τόθο αθτείο είναι αυτό; Αλλάζω δέρμα θαθ λέω. Κοιτάχτε το δέρμα μου που κθεφλουδίδει…….(Και με τα χεράκια του σκύβει και ανασηκώνει τα λέπια από το λαδόχαρτο που ήταν στερεωμένα στο δέρμα του με σελοτέιπ και τους τα έδειχνε ριχνοντάς τα στο πάτωμα. Τα μικρά χαρτιά από το λαδόχαρτο στερεωμένα με το σελοτέιπ έπεσαν γρήγορα. Κάτι άλλα όμως λευκά χαρτιά που υπήρχαν κολλημένα πάνω του δεν έπεφταν με τίποτα. Απόρησε με φόβο. Ξανακάνει με τα χέρια του πάνω κάτω δεν έπεφταν με τίποτα. Τώρα την «έβαψε» κυριολεκτικά. Κοίταξε τους γονείς του. Και όσο τους κοίταζε αυτός με απορία μία τον έναν μία τον άλλον τόσο εκείνοι γέλαγαν περισσότερο.)

Η Χριστίνα βλέποντας την κίνηση του μικρού συνειδητοποίησε ότι εκτός από το λαδόχαρτο είχε χρησιμοποιήσει και κάτι άλλο σε λευκό χρώμα από την μέση και κάτω που δεν είχε προσέξει πριν. Κάνει πως το ανασηκώνει και τι να δει; Ο μικρός της σκανταλιάρης είχε χρησιμοποιήσει και τις ταινίες αποτρίχωσής της!!!!!!! «Έλεος θεέ μου. Πόσο άλλο πια φαντασία έχει αυτό το παιδί» αναρωτήθηκε. «Τι άλλο πια θα σκαρφιστεί….» σκέφτηκε. Αλλά ήρθε η ώρα να πάρει το μάθημα του.

Ο Δημήτρης κατάλαβε ότι ήρθε η ώρα «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών» και φεύγοντας είπε σκύβοντας και στους δύο.

–       Πάω θτην κουδίνα. Περιμένω τη θαύρα μου με το νέο τηθ δέρμα και την μαμά τηθ θαύραθ μου να φάμε. Μην αργήθετε. Έτθι; Ο μπαμπάθ θαύραθ πεινάει…., αποχώρησε γελώντας φωναχτά.

–       Τώρα μείναμε οι δυό μας. Μικρή σκανταλιάρα Θαύρα ήρθε η ώρα να καθαριστούμε, είπε με τόνο επιβλητικό η μαμά Χριστίνα.

Τον αρπάζει από τις μασχάλες, τον σηκώνει και τον βάζει στην μπανιέρα μονομιάς δοκιμάζοντας το ζεστό νερό από την βρύση για να τον κάνει μπάνιο.

–       Μαμά, πώθ θα φύγουν τα λευκά χαρτιά που έχουν κολλήθει πάνω μου; Κοιτάζοντάς την με απορία αλλά και φόβο για την εξέλιξη τώρα που έμειναν οι δυο τους.

–       Τα λευκά χαρτιά θα παραμείνουν πάνω σου και θα περιμένουν να μεγαλώσεις λίίίίγο ακόμα για να πέσουν και αυτά, είπε με σοβαρότητα και ύφος η μαμά του. Όπωθ είπεθ και εθύ είθαι η θαύρα που αλλάδειθ δέρμα γιατί μεγαλώνειθ, πρόσθεσε με ένα μεγάλο χαμόγελο η Χριστίνα.

Ο Μάριος γούρλωσε τα μάτια του.

–       Τιιιιιιιιιι;;;;;;;; Μην μου λεθ τέτοια. Δηλαδή αύριο θα πάω θτο θχολείο έτθι;  Και πόθο καιρό πρέπει να περιμένω; Μα δεν είμαι θαύρα… ένα μικρό ανθρωπάκι είμαι….που ντύθηκα θαύραααααα……είπε ο Μάριος διαμαρτυρόμενος, σκύβοντας το κεφάλι, κοιτώντας τα χαρτιά και σουφρώνοντας τα χείλη του.

–       Ναι βεβαίως. Σου το λέω. Τουλάχιστον ένα χρόνο. Η Θαυρίτθα μου βιάζεται να μεγαλώσει και τώρα που βιάστηκε την πάτηθθθθθθθεεεεε. Και καταρχάς δεν κόλλησαν μόνα τους. Εσύ τα κόλλησες. Έτσι δεν είναι; Βρε Μάριε γιατί πειράζεις τα πράγματά μου; Τι σου έχω πει τόσες φορές;

–       Ναι εγώ τα κόλληθα και μάλλον την έβαπθα τώραααααα. Έτθι δεν είναι μαμά; Και περιεργαζόταν τα πόδια του συνεχώς με λύπη.

–       Αλλά μπορεί να υπάρχει και ένας τρόπος να βγάλουμε τα λευκά χαρτιά από τα πόδια σου….λέει με μυστήριο ύφος η μητέρα του.

–        Μη μου λεθ τέτοια. Εμπρόθ λοιπόν. Βγάλτααααα….μαμά….θε παρακαλώώώ….. Δεν μπορώ να πάω θτο θχολείο έτθι αύριο. Τι θα πουν οι θυμμαθητέθ μου; Η δαθκάλα μου; Θε παρακαλώώώώ……θε παρακαλώώώώ…πολύύύ…….θε ικετεύωωωωωωω…….

–       Θα πουν: «Βρε καλωσήρθε η σαυρούλα μας που βιάζεται να μεγαλώσει και αλλάζει δέρμα». Αυτό θα σου πουν, είπε με περισσή βεβαιότητα η μητέρα του και άρχισε να γελάει δυνατά.

–       Εντάξει δεν είμαι και θαύρα θαύρα. Είμαι άνθρωποθ ντυμένοθ θαύρα. Έχει διαφορά, είπε συνεχίζοντας να σουφρώνει τα χείλη του ο Μαριούλης.

–       Έχει όντως, συμφώνησε η μητέρα του. Λοιπόν, μικρή μου σαύρα για να βγάλουμε αυτά τα χαρτάκια και να γίνεις άνθρωπος ξανά, πρέπει να κλείσεις τα μάτια σου και αυτό που θα νιώσεις, πρέπει να το απελευθερώσεις με μια κραυγή. Δεν θα κλάψεις. Δεν θα διαμαρτυρηθείς. Έτσι θα φύγουν όλα τα χαρτάκια μονομιάς. Διαφορετικά θα πρέπει να ξανακάνουμε την διαδικασία από την αρχή και δεν θα σου αρέσει. Κατάλαβες μικρέ μου;

–       Δεν κατάλαβα μαμά, είπε ο Μάριος με ύφος απορημένο για το τι θα ακολουθήσει.

–       Θα καταλάβεις αμέσως. Κλείσε τα μάτια σου.

Στο πρόσταγμα της μάνας του, ο Μάριος έκλεισε τα μάτια του μονομιάς. Δεν τον έπαιρνε εξάλλου και για άλλες τανζανιές μετά από αυτήν τη θεόσταλτη έμπνευση να κάνει τη σαύρα που αλλάζει το δέρμα της. Πόσο μάλλον τώρα που έχει κολλημένα δέκα χαρτιά λευκά πάνω του σαν βδέλλες.

Με ένα τράβηγμα η μάνα του, του βγάζει το ένα λευκό χαρτί. Ο Μάριος είπε: «άουτθ…καλέ αυτό πονάει». Χωρίς άλλη κουβέντα του τραβάει μονομιάς και το δεύτερο και το τρίτο και το τέταρτο και φτάνουν τελικά στο δέκατο…..Ο Μάριος βόγγαγε προφανώς και όταν του έβγαλε η μάνα του και το δέκατο χαρτάκι με μεγάλο αναστεναγμό είπε: «Ουφφφφφφφφφφ……….Αχ Παναγία μου τι μου έμελλε να πάθωωωωωωω….που ήθελα να κάνω την Θαύρα….αχχχχχχχ Παναγία μου…..»

Η μητέρα του αφού τον έπλυνε και τον άλλαξε (παρεπιπτόντως έβαλε το θλιπ και την φανέλα του Θπάιντερμαν) του είπε δίνοντάς του μια μεγάλη αγκαλιά και φιλώντας στο μάγουλο τον καθαρό σκανταλιάρη της.

–       Αγάπη μου, όσο μεγαλώνεις θα καταλάβεις ότι οι αλλαγές που θα συμβαίνουν στη ζωή σου θα είναι άλλες πιο μαλακές και άλλες πιο σκληρές που θα προκαλούν πόνο. Όλες αφήνουν το αποτύπωμά τους μέσα σου. Αυτές τις πιο σκληρές θα τις ξεπερνάς χωρίς παράπονο και γκρίνια. Θα κάνεις υπομονή και όταν θα τελειώνουν. Θα κλείνεις τα μάτια σου, θα νιώθεις τον χτύπο τους στην καρδιά σου και μετά θα λες…… Ουφφφφφφ … πάει και αυτό. Και θα προχωράς. Θα προχωράς παρακάτω. Και θα δεις το χρώμα στη ζωή σου να γίνεται πιο λαμπερό, πιο όμορφο, πιο φωτεινό…..σαν το λαμπερό πράσινο χρώμα της σαύρας που είδαμε στο ζωολογικό πάρκο που άλλαζε το δέρμα της, γιατί ήρθε η ώρα της να το αλλάξει. Και εγώ και ο μπαμπάς σου θα σε καμαρώνουμε που θα αλλάζεις δέρματα κάθε φορά και θα μεγαλώνεις και θα γίνεσαι πιο λαμπερός, πιο φωτεινός και πιο σπουδαίος….

–       Αλήθεια μαμά;

–       Αλήθεια αγόρι μου.

…………………………………………………….

–       Βρε, βρε καλώς την φρεσκοπλυμμένη Θαύρα μου. Είπε ο μπαμπάς Δημήτρης όταν είδε να καταφτάνουν μάνα και γιος στην κουζίνα για να φάνε επιτέλους.

–       Σας σερβίρισα φαγητό. Κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο για την μαμά και τον μπαμπά και χόρτα για την σαυρούλα μου, μιας και τρώει χορταράκια στα λιβάδια και στα βουνά.

Ο Μάριος κοίταξε τον πατέρα του με θυμό. Είχε το αγαπημένο του φαγητό στο τραπέζι και αυτός θα την έβγαζε με χορταράκια!!!!!! Αν ήταν ποτέ δυνατόν!!!!!!!!! Και τελικά δεν ήταν ΣΑΥΡΑ ήταν άνθρωπος……..ΑΝΘΡΩΠΟΣ…. Γιατί από ότι φαινόταν και θα μάθαινε μεγαλώνοντας το δικό του δέρμα ήταν αρκετό……δεν χρειαζόταν να κουβαλάει και ξένο…..

 

 

 

 

 

Between The Flaming Lines

5AB88A5A-9183-42A5-8451-416D330014EC

By Dionyssia Angeliki Lyra

There is a fire you know beyond your country borders. A fire from which you will get your deepest lessons. A fire that if you touch you will like its touch. A fire that if you taste you will like its taste. A fire that will seduce you by the alluring burning smell of your bits. A lusting fire you cannot resist. Because in the end, everything turns into ashes… to rise again. To burn again. And then to rise and burn… again and again and again… don’t be afraid of the fire, don’t be afraid of the ashes. It’s there for you…waiting for you to rise…go beyond the lines…go beyond your borders…go beyond the flames…there… somewhere beyond… it’s the wind… the wind will blow your ashes away. Resurrection.

Θέλω να Πετάξω…

34366320_10213253857795934_6555543712145866752_n

Από τη Διονυσία Αγγελική Λύρα

– Μάριε, δεν είπαμε ότι θα πάμε επίσκεψη στη θεία Ελπινίκη;
– Άσε με ρε μάνα. Μην με τραβάς με το ζόρι. Εγώ θέλω να παίξω.
– Μα έλαααα σου λεω. Μας περιμένουν για φαγητό. Τα ξαδέρφια σου δεν τα σκέφτεσαι ;
– ΟΧΙ!!!! εγώ θέλω να παίξωωωω….
(Και ξάφνου ο Μάριος βρίσκει την ευκαιρία, γλυστράει από το χέρι της μάνας του χωρίς εκείνη να το καταλάβει και εξαφανίζεται μονομιάς) 
– Μάριε σε παρακαλώ … μην αντιδράς. Γιατί κάθε φορά που βγαίνουμε έξω δημιουργείς θέμα; Μάριε, Μάριεεεεεεεεε που πήγες βρε παιδί μου; Στον αέρα μιλάω μόνη μου; Μάριεεεεεεεεεεεεεε… Πανάθεμά σε……πάλι στα σκοινιά ανέβηκες; Ω Θεέ μου τι ατίθασο λαχείο μου κληρώσες;;; Μάριεεεεεεεε τα κεφτεδάκια της Θείας Ελπινίκης θα κρυώσουν …. Μάριε κατέβα από κει πάνω αμέσως τώρα….. Θα χτυπήσεις παιδί μου…. Μάριεεεεεεεεεε, έχει παγωτό σοκολάτα η θεία Ελπινίκη μετά τα κεφτεδάκια που σ´αρεσει…. Μάριεεεεεεεεεεε…ωχ Θεέ μου…θα με πεθάνει αυτό το παιδί….Μάριεεεεεεεε κατέβα τώρα από κει πάνωωωωωω είπα…
-Άσε με ρε μάνα!!! Έλεος πια… δεν θέλω ούτε κεφτεδάκια ούτε παγωτό. Εγώ θέλω να φτάσω ψηλάαααα….στον ουρανό….θέλω να πετάξωωωωω……
– Πού θες να φτάσεις Μάριε; Στον ουρανό;;;; Τώρα θα δεις… τον ουρανό θες…. η γη σε θέλει απελπισμένα όμως ….
(Με μια, δυο δρασκελιές τον γραπώνει τον μικρό η μανα του με το χέρι της δυνατά και αρχίζει να τον τραβάει)
– Άσε με σου λέωωωωωω….κλαίωωωωω….μα γιατί δεν με αφήνεις να παίξωωωωωω….!!!! Θέλω να φτάσω στον ουρανό σου λέω….θέλω να πετάξωωωωωω…..
(Η μάνα του, παρόλη της την αγανάκτηση, τον κοιτάει στα μάτια με ζεστασιά και πολλή αγάπη)
– Γιατί πολύ απλά, μωρό μου, για να φτάσεις τον ουρανό πρέπει πρώτα να μάθεις να περπατάς γερά στην γη και έχεις δρόμο μπροστά σου ακόμα. Θα το καταλάβεις μια μέρα από μόνος σου αυτό και εγώ τότε δεν θα είμαι δίπλα σου.                                                          
Ο Μάριος σώπασε. Κάπως του φάνηκε πειστική η απάντηση της μάνας του. Την ακολούθησε αν και μέσα του η καρδιά του χτυπούσε για να παίξει…. να πετάξει, να φτάσει τον ουρανό… αλλα ξαφνικά ένιωσε το στομάχι του να γουργουρίζει… τα κεφτεδάκια …ουαουυυυ …. και μετά σοκολάτα παγωτό… διπλό ουαουου και τα ξαδέρφια του που τον περίμεναν να παίξει ….αχ τι χαρά !!!!